4.9.11

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΑ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ

Μόλις εχθές Σάββατο επέστρεψα από τις εξαήμερες διακοπές μου στα Κουφονήσια... Γεμάτος εικόνες, χρώματα, αναμνήσεις αλλά και δυσάρεστες εντυπώσεις!

Τα Κουφονήσια έχουν τη φήμη του "επίγειου παράδεισου". Δε θα διαφωνήσω! Είναι ένα ιδιαίτερα ήσυχο μέρος, ιδανικός προορισμός για κάποιον που θέλει ήρεμες διακοπές, μακριά από τους ξέφρενους και καταναγκαστικούς ίσως ρυθμούς που συνηθίζονται στα δημοφιλή αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Το Πάνω Κουφονήσι αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αφού το Κάτω Κουφονήσι είναι ακατοίκητο και το επισκέπτεται κανείς μόνο με καΐκι. Θα ξεκινήσω από το τελευταίο λοιπόν.

Το Κάτω Κουφονήσι είναι ένα άγονο μικρό νησί, με επίσης μικρές και λίγες παραλίες και άφθονες σπηλιές. Θα έλεγα πως δεν αξίζει παραπάνω από μία επίσκεψη... Μόνο να περάσει κανείς με το καΐκι, να φωτογραφίσει τις σπηλιές που βλέπει στη διαδρομή, να κολυμπήσει στα πεντακάθαρα νερά και να επιστρέψει, πιστεύω πως είναι αρκετό.

Στο Πάνω Κουφονήσι, το πρώτο μέρος που βλέπει ο επισκέπτης είναι η μικρή Χώρα, το λιμάνι του νησιού, στο οποίο βρίσκονται τα καταστήματα, τα εστιατόρια, οι καφετέριες, οι ταβέρνες, τα μπαράκια και φυσικά τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και τα ξενοδοχεία. Είναι γεγονός πως ο τουρίστας έχει πολλές επιλογές για το πού θα μείνει. Εγώ έμεινα στο Hotel Koufonissia, το μοναδικό τεσσάρων αστέρων λέει, στο οποίο μου έκανε εντύπωση η έλλειψη περίφραξης, και γύρω από αυτό αλλά και γύρω από τα υπόλοιπα λευκά σπιτάκια της Χώρας.

Οι παραλίες του νησιού δεν είναι πολλές, κατά σειρά απόστασης από το λιμάνι είναι οι εξής: Χαροκόπου-Φοίνικας, Πλατιά Πούντα-Ιταλίδα και Πορί. Νικητής είναι το Πορί, με την τεράστια αμμώδη παραλία και τα σμαραγδί νερά, κάτω από ένα άγριο τοπίο απότομων βράχων. Απίστευτα καθαρά νερά έχει και η Ιταλίδα που είναι μικρότερης έκτασης παραλία βέβαια, αλλά με θάλασσα "λάδι", σε αντίθεση με το Πορί που τις περισσότερες μέρες το "χτυπάει" ο αέρας και η άμμος μπαίνει και στα πιο απρόβλεπτα σημεία (μέσα στα ακουστικά των hands-free και μέσα στο καντράν του ρολογιού χειρός). Παραλίες γυμνιστών δεν υπάρχουν, αλλά τα ήθη είναι κάπως "χαλαρωμένα" στο νησί, αφού ανάμεσα στους λουόμενους που φορούσαν μαγιώ υπήρχαν και αρκετοί τσίτσιδοι, χωρίς να προσβάλλεται κανένας.... Πρόοδος!


Το ταξίδι με το καϊκάκι έχει το γούστο του.... 5 € κοστίζουν τα ναύλα πήγαινε-έλα στο μακρινότερο Πορί. Εύστοχο το σχόλιο ενός επιβάτη ότι αντί για το (διαρκώς επαναλαμβανόμενο) live CD των Ματθαίου-Γιαννούλη από το 2005, θα έπρεπε να ακούγονται τα "Νησιώτικα" του Πάριου σε όλα τα αντίστοιχα καΐκια των ελληνικών νησιών, με απόφαση των Υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού! Βέβαια οι (δεκάδες) Ιταλοί, πέταγαν τη σκούφια τους με τα κλαπατσίμπανα.

Μεγάλο μειονέκτημα του νησιού ή έλλειψη σοβαρού γιατρού, αφού δύο φορές πήγαμε στο "Πολυδύναμο Ιατρείο Κουφονησίων" στις 11 το πρωί και ο γιατρός δεν είχε έρθει. Τρεχαγυρευόπουλος.

Παρακάτω ακολουθεί μια λίστα με τα καταστήματα που δεν πρέπει και που πρέπει να επισκεφτεί ο τουρίστας, σύμφωνα με ιδία εμπειρία:

--ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ--
  • Ο φούρνος της Γιωργούλας (ή Γιωργίτσας; δε θυμάμαι καλά): ο μοναδικός φούρνος της Χώρας που εκτός από τα πανάκριβα προϊόντα (2 € το κομμάτι πίτσα, 1.5 € μία υποψία κομμάτι μπουγάτσας, 2.5 € ένα ψωμάκι με ζαμπόν, τυρί και δύο σταγόνες μαγιονέζα), είχε μία ανεξήγητη τσιγκουνιά στις χαρτοπετσέτες. Αν υπήρχε άλλος φούρνος, δε θα τους έδινα ούτε ευρώ τσακιστό.
  • Ο καπετάν-Δημήτρης: ψαροταβέρνα στην άκρη του λιμανιού, που όταν πήγα Δευτέρα βράδυ δεν είχε ψάρια, η ντοματοσαλάτα του είχε "πλαστική "ντομάτα και αγγούρι χωρίς γεύση, οι ντοματοκεφτέδες και οι κολοκυθοκεφτέδες δεν ξεχώριζαν μεταξύ τους αφού ήταν τίγκα στο τηγανόλαδο και η μερίδα χταπόδι ψητό σερβίρεται σε μίνι πιάτο σε σχήμα κοχυλιού, έχει μόνο 3 μισά πλοκάμια και κοστίζει 8 €. Δώσαμε 10 € ο καθένας για τα προαναφερόμενα και ούτε που ξαναπατήσαμε. Α, η σαλάτα ήρθε στο τραπέζι μισή ώρα αφού την παραγγείλαμε.
  • Σορόκος: μπαράκι. Ατμοσφαιρικό, με εξαιρετική διακόσμηση και φιλοσοφία, με κουρελούδες, φαναράκια, κεράκια και 9 € το ποτήρι ουίσκι. Για αυτό ήταν άδειο κάθε φορά που περνούσα.
  • Καλάμια: καφετέρια. Πολύ ωραίο στήσιμο, απλό και παραδοσιακό-εναλλακτικό, που όμως όταν πήγαινες στις 11 το πρωί να παίξεις τάβλι ενώ περίμενες το καΐκι των 12 να σε ανεβάσει στο Πορί, ο τύπος σου έλεγε "δε δίνω τάβλι το πρωί γιατί αν σας δουν κι άλλοι μπορεί να ζητήσουν κι αυτοί και να κάνουν το μαγαζί χάλια". Το κουφό ήταν ότι 10 και 11 το βράδυ ο κόσμος έπαιζε κανονικά τάβλι εκεί. Τι να πω. Εξαιρετική η ποιητική συλλογή της Άνιας Καλλίδη που είχαν καρφωμένη με πινέζες στην πόρτα τους, έχασαν όμως στο σέρβις. 2,5 € ο εσπρέσο, 2.5 το ice tea.
  • Το Κοχύλι: ζαχαροπλαστείο. Νόστιμα γλυκά, αλλά είναι απότομη στους τρόπους της η ιδιοκτήτρια. Άθλιο σέρβις. Ένας μπακλαβάς, ένα ραβανί και μια λεμονόπιτα 10.5 €.
  • Η Στροφή: σουβλατζίδικο. Καλό σουβλάκι που περιμένεις στην ουρά να το πάρεις από ένα παραθυράκι που βλέπει στον κεντρικό δρόμο, αλλά κοστίζει 2.5 € η πίτα και 1.5 το καλαμάκι. Φυσικά χωρίς να σου δίνει απόδειξη.
  • Βενέτης: super market. Εξυπηρέτηση "κουκουρούκου", ο τύπος στο ταμείο έκανε αγγαρεία αφού άκουγε δυνατά heavy metal και συζητούσε με τους φίλους του για μηχανάκια. Μεγάλη ακαταστασία στα ράφια, κανονικές τιμές.
  • Cafe-bar Πορί. 3 € ο φραπέ και 3.5 ο εσπρέσο, ενώ για να βρεις την κυρία Σοφία και να πληρώσεις, πρέπει να προσπεράσεις τα 5 παιδάκια της οικογένειας που τρέχουν σαν παλαβά γύρω σου και φυσικά να σου δώσει η κυρία την πρέπουσα σημασία 10 λεπτά αφού έχεις παραλάβει τους καφέδες.
  • Φαρμακείο: φαρμακείο. Η τύπισσα το ανοίγει αν και όποτε γουστάρει. 10.30 και 11 το πρωί κλειστό. Άσε που το έχει κάνει σουπερμάρκετ, ακόμα και γυαλιά ηλίου πουλάει.
--ΠΡΕΠΕΙ--
  • Οι Αταίριαστοι: ψαροταβέρνα-μεζεδοπωλείο. Εξαιρετικό φαγητό, άψογη και ταχύτατη εξυπηρέτηση, κέρασμα στην αρχή, επιδόρπιο και χωνευτικό στο τέλος. Σε κάνουν τα παιδιά εκεί να αισθάνεσαι άνθρωπος και όχι προϊόν. Λίγο τσιμπημένες τιμές αλλά αξίζει τον κόπο. Must!
  • Είναι φως φανάρι: εστιατόριο-πιτσαρία. Γρήγορη εξυπηρέτηση, ωραίο φαγητό, λογικότατες τιμές αλλά... χρειάστηκε να ζητήσω την απόδειξη στη δεύτερη επίσκεψή μου.
  • Το κύμα: καφετέρια. Ωραίο μπαλκονάκι, δίπλα στο κύμα. Ιδανικό για στάση στο βραδινό περίπατο.
Μου είπαν ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάω στο Καρνάγιο, τον Καπετάν-Νικόλα και το μπαρ Μύλο, αλλά δεν πρόλαβα... Του χρόνου ίσως.

Οι εντυπώσεις μου λοιπόν από τα Κουφονήσια είναι εξαιρετικές, αν παραβλέψω βέβαια τη συμπεριφορά των ντόπιων που στην πλειονότητά τους μου φάνηκαν άξεστοι και αφιλόξενοι. Και άσχετοι. Τους ρωτούσα πού μπορώ να πάω να φάω καλά ή να κάνω ένα ωραίο μπάνιο και δεν ήξεραν. Άσε που απέφευγαν την έκδοση απόδειξης.

Κατά τα άλλα, το καταπληκτικό τοπίο στο Πορί και γενικά τα πεντακάθαρα παραδεισένια σμαραγδί νερά ("να τα πιεις στο ποτήρι" έλεγε ένας γείτονας) ακόμα και μέσα στο λιμάνι, αποτελούν ένα σημαντικό λόγο για να επισκεφτεί κανείς τα Κουφονήσια... Και φυσικά η ηρεμία, αυτή η απίστευτη ησυχία το βράδυ, που εκτός από τα χαμηλά φώτα, τίποτα δεν αποσπά τις αισθήσεις σου... Οι χαμηλοί ρυθμοί και οι ήχοι της φύσης, ο παφλασμός των κυμάτων και το βουητό του αέρα... Αυτά έχω να θυμάμαι......

Υ.Γ.: Το soundtrack των διακοπών μου στα Κουφονήσια δε θα μπορούσαν να είναι άλλο από το "Move on" των ABBA ("The morning breeze that ripples the surface of the sea... The crying of the seagulls that hover over me...").


10.7.11

Μνήμη Ανδανίας

Τα καλοκαίρια συχνά με φιλοξενούσαν ο παππούς και η γιαγιά. Το σπίτι τους ήταν σε κοντινό χωριό με το δικό μου, οπότε ήταν προσωρινός ο πόνος του αποχωρισμού των γονέων. Εξάλλου μαζί τους είχα καθημερινή επικοινωνία, μέσα από το κλασικό γκρι τηλέφωνο της γιαγιάς με τα τετράγωνα μαύρα κουμπιά, όμως επειδή το χωριό είχε λίγους κατοίκους δεν υπήρχε καλή υποδομή στην τηλεφωνία, οπότε άκουγα τη μητέρα μου "σαν από μακριά" και με καθυστέρηση, και αυτό μου έδινε μιαν αίσθηση απόστασης.

Θυμάμαι που τα μεσημέρια ο παππούς κοιμόταν στο υπόγειο γιατί ήταν δροσερά. Εκεί φυλούσε το κρασί και το λάδι και εγώ πολλές φορές έπαιζα δίπλα στο κρεβάτι του με διάφορα παλιά αντικείμενα, αθόρυβα πάντα, φτιάχνοντας στο μυαλό μου εικόνες ότι ζω σε περασμένη εποχή, τότε που οι άνθρωποι είχαν άμεση σχέση με τη γη και τη φύση. Τσάπες, δρεπάνια, πριόνια, τσεκούρια, λιόπανα, πάνινα σακιά, τέμπλες, κατασκεύαζα έναν κόσμο δικό μου, πλίνθινο, όπως εκείνος που μου αφηγούνταν ότι βίωσαν οι ίδιοι. Και με έπαιρνε ο ύπνος κουλουριασμένο δίπλα ακριβώς στον παππού, ακίνητος για να μην τον ξυπνήσω.

Το απόγευμα ο παππούς πήγαινε στο κτήμα κι εγώ, μαζί με τα ξεσηκωμένα γειτονόπουλα, στην "αγορά", τη γειτονιά όπου κάποτε χτυπούσε η καρδιά του χωριού με το μπακάλικο, το φούρνο και το καφενείο. Πλέον έμεναν κάτι τεράστια αιωνόβια πλατάνια και κάτι πέτρινα τραπέζια για να θυμίζουν τις δόξες του παρελθόντος. Με τους φίλους παίζαμε κρυφτό στα γύρω χαλάσματα, κι εγώ έπλαθα στο μυαλό μου μιαν άλλη εποχή. Κρυβόμουν και μέσα από τα γκρεμισμένα παράθυρα φανταζόμουν την οικογένεια του σπιτιού να γυρίζει κατάκοπη απ' τις δουλειές στο χωράφι, με τον καθένα να σέρνει κι από ένα ζώο. Φανταζόμουν τη μάνα να ετοιμάζει φαγητό στο τσουκάλι, τον πατέρα να ξεκουράζεται αμίλητος, καθισμένος σε ένα σκωροφαγωμένο σκαμνί δίπλα στον μοναδικό του σπιτιού ντορβά και τα παιδιά να τακτοποιούν τα ζώα στην αυλή. Λίγο αργότερα τους έπαιρνε ο ύπνος, στρωματσάδα, ευτυχισμένους που άλλη μία δύσκολη μέρα έφτανε στο τέλος της. Αύριο πάλι.

Στην είσοδο της εκκλησίας του χωριού, Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης μεγάλη η Χάρη τους, και εκατέρωθέν της, ήταν εγκατεστημένες δύο αρχαίες ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες. Οι επιστήμονες έλεγαν πως περιέγραφαν την τελετουργία κάποιων αρχαίων μυστηρίων που λάμβαναν χώρα πριν από εκατοντάδες χρόνια στην περιοχή και τις βρήκαν κάποιοι χωριανοί τυχαία, και πως επειδή δεν ήξεραν γράμματα τις τοποθέτησαν κατά πώς έκριναν, οπότε για να τις διαβάσει κανείς έπρεπε να γείρει το κεφάλι του ενενήντα μοίρες δεξιά. Αφού τα παιδιά τελειώναμε το κρυφτό στην "αγορά", κινούσαμε για την εκκλησία της οποίας ο περίβολος αποτελούσε για μας έδαφος για ατέλειωτο παιχνίδι. Ενώ οι άλλοι έτρεχαν και έπαιζαν, θυμάμαι τον εαυτό μου να κάθεται μπροστά από τις πλάκες, με το κεφάλι στο πλάι και να προσπαθεί να διαβάσει. Να καταλάβει. Μέχρι τότε δεν είχα επαφή με τα αρχαία ελληνικά. Κι όμως ξεχώριζα κάποιες λέξεις, Μνασίστρατος, Ραβδοφόρος, Μεγάλοις Θεοίς, Απόλλωνι Καρνείω, κάπρον, δραχμαί, Δήμητρα, Αγνή. Αρκετές φορές έκανα την απόπειρα να καταγράψω ολόκληρο το κείμενο σε ένα παλιό τετράδιο της γιαγιάς, αυτό που έγραφε τη λίστα με τα ψώνια της εβδομάδας, μα ποτέ δεν τα κατάφερνα γιατί μούδιαζε ο λαιμός μου... Έλεγα όμως πως όταν μεγαλώσω θα γίνω αρχαιολόγος για να διαβάσω τι λένε οι επιγραφές και να έρθω στην περιοχή να κάνω ανασκαφές σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς.

Τελικά αρχαιολόγος δεν έγινα και πολύ αργότερα ανακάλυψα τον Παυσανία, ο οποίος στα "Μεσσηνιακά" αναφέρει πως τα μυστήρια της Ανδανίας ήταν ξακουστά στην Ελλάδα και δεύτερα σε λαμπρότητα και σπουδαιότητα μετά τα Ελευσίνια. Τώρα, κάθε φορά που επισκέπτομαι το χωριό (ο συνονόματος παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια), χωρίς να περάσω από το σφραγισμένο σπίτι γιατί με πονάει, μετά το νεκροταφείο και την απαραίτητη τελετουργία με κεριά και λιβάνια, πηγαίνω στην εκκλησία και χαζεύω της πλάκες. Με τις ώρες. Γεμίζει η ψυχή μου θαυμασμό, πλημμυρίζει ελπίδες ότι κάποτε θα ανακαλύψω κάποια άλλα μυστήρια, πρώτος, και πως θα ανασκάψω τις αιτίες τους, εκείνων αλλά και κάθε μυστηρίου που ταλανίζει τον κόσμο. Ακόμα ζει μέσα μου η κουρασμένη οικογένεια, εκείνη η ξεθεωμένη μάνα που μεριμνούσε για το φαγητό, αυτός ο ήρωας πατέρας που πάλευε διαρκώς με τη γη και τα παιδιά, μες στα κουρέλια τους να ονειρεύονται παπούτσια. Γιατί αγωνίζονταν να ζήσουν, αφού είχαν γνώση της μοίρας και του μέλλοντός τους; Φτωχοί, δεν είχαν ούτε κρασί ούτε λάδι για φαγητό ή για μυσταγωγίες. Προσεύχονταν στον ίδιο Θεό, μικρό η μεγάλο, έναν ή πολλαπλό, αρχαίο ή σύγχρονο δεν έχει σημασία. Και πάντα η ίδια προσευχή: σώσε μας.

Σήμερα από τα πλατάνια κρέμονται γερασμένα φίδια, στα πέτρινα τραπέζια έχουν σχηματιστεί ρωγμές, ο φούρνος δε βγάζει πια ψωμί. Το νεκροταφείο γέμισε τόσο που χτίστηκε οστεοφυλάκιο, τα μονοπάτια πνίγηκαν στη βλάστηση και από τα χείλη των σπιτιών δε βγαίνει ψίθυρος. Μεγάλος πια (με κουστούμι και χαρτοφύλακα κυκλοφορώ), περπατώ βράδυ καλοκαιριού ακούγοντας τα τριζόνια να αφηγούνται τρομερές ιστορίες και όπως βλέπω να με προσπερνούν μυστηριώδεις στο δρόμο για την εκκλησία σκιές , λέω "Ελάτε παιδιά, σας έφερα παπούτσια. Ελάτε να παίξουμε.".

14.2.11

Κολεξιόν 2010-2011

Χθες, Κυριακή 13 Φεβρουαρίου, επέστρεφα ανέμελος στο σπίτι μετά τον απογευματινό καφέ μου και συνάντησα στα Πέτράλωνα τρεις αλλοδαπούς να μαζεύουν παλιά ρούχα από τα σκουπίδια, τα οποία προφανώς κάποιοι είχαν πετάξει. Μπράβο μας.


2.1.11

"ΦΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΥΝΙΑ ΤΟΥ"


"Ο παππούς μου ήταν αγροφύλακας. Από εκείνον κληρονόμησα την αγάπη για τη γη. Ή μάλλον, την ταύτιση με τη γη. Θυμάμαι κάτι παιδικά καλοκαίρια με έντονη την εικόνα και τη μυρωδιά του φρεσκοργωμένου χώματος, με τα αραιά ξεραμένα χορταράκια δίπλα στις ελιές που δίψαγαν για φροντίδα. Πατούσες και χανόταν το πόδι σου μέχρι τον αστράγαλο, προκαλώντας έναν κουραστικό περίπατο και φυσικά ανυπομονησία να φτάσεις στο δροσερό πέτρινο πηγάδι με τα φθαρμένα από τα φιλήματα του σχοινιού, χείλη.

Ο παππούς πάντα εκεί. Να βγάζει νερό με τον τσίγκινο κουβά, συμβουλεύοντάς μας να φυσήξουμε την επιφάνειά του προτού πιούμε, να φύγουν τα σκουπιδάκια. Να κόβει ντομάτες, να τις πλένει και να τις μοιράζει σε κομμάτια. Χωρίς πηρούνι, με τα χέρια. Ποια χώματα και ποια μικρόβια.

Φορώντας ένα λεπτό φανελένιο πουκάμισο, έφτιαχνε το κρεβάτι κάτω από το κλήμα για το μεσημεριανό μας ύπνο. Παππού, δε φοβάσαι τα φίδια, τον ρωτούσα. Τα σκοτώνω, τους ρίχνω μία στο κεφάλι και πάρ' τα κάτω, απαντούσε με σιγουριά. Μα πώς, αν σε τυλίξουν στον ύπνο σου πώς θα προλάβεις να αντιδράσεις; Ανάμνηση Ηρακλέως.

Ορισμένες φορές γυρνούσε στο σπίτι κρατώντας το τρόπαιο ενός φόνου. Δέρμα, λέπια, αίματα, το χρονικό μιας απειλής καταγεγραμμένο στο ξύλο μια αξίνας. Το παρολίγον κακό είχε χωρίς έλεος εξολοθρευθεί. Τώρα όμως; Που χάρισε το σώμα του στη γη που τόσο λάτρευε, που η υγρασία τού περονιάζει τα κόκαλα, γκλιν-γκλιν χτυπά το τζαμάκι απ' το καντήλι του όταν βρέχει και φυσάει, τώρα τι γίνεται; Ποιος έχει μπράτσα πιο δυνατά από την ηλικία του; Ποιος διώχνει το Φόβο, ποιος σκοτώνει το Κακό;"

29.11.10

Η "ΤΣΟΝΤΑ" ΤΗΣ ΛΙΣΑΒΟΝΑΣ


Το περασμένο Σάββατο πήγα και είδα (τι το 'θελα!) την "Τραβιάτα της Λισαβόνας" στο θέατρο Αλκμήνη, στη νέα μου γειτονιά, στα Κάτω Πετράλωνα.

Η παράσταση έχει ως θέμα τους ανθρώπους και τις σχέσεις τους. Με τις υστερίες, τις απειλές, τις εμμονές, τις προσκολλήσεις, τις φοβίες, τις ανασφάλειες, τις αδυναμίες τους. Ένα πρώην ζευγάρι ανδρών, οι οποίοι έχουν ως κοινό αποκούμπι την τέχνη της Μαρίας Κάλλας, και ένα άλλο παροδικό (τύπου ξεπέτας) ζευγάρι ανδρών, τους οποίους ενώνει η νεότητα και το σεξ, εκφράζουν τις ανησυχίες τους μέσα από τον πόθο τους ενός για τον άλλον. Με λίγα λόγια, όλοι θέλουν όλους, και κανένας δεν έχει κανέναν.

Το έργο δε μου άρεσε καθόλου. Εκτός από έναν ηθοποιό (παίζει εξαιρετικά το ρόλο του υστερικού θηλυπρεπή άνδρα που είναι ακόμα ερωτευμένος με μια παλιά του σύντομη σχέση), όλα τα υπόλοιπα τα βαρέθηκα. Το λεξιλόγιο δε, άθλιο. Δε χρειάζεται να χρησιμοποιείς χυδαίες λέξεις για να περάσεις τα μηνύματά σου, κύριε σκηνοθέτα μου. Ακόμα και τις σεξουαλικές ορμές θα μπορούσες να τις παρουσιάσεις αλλιώς, όχι να μας κάνεις να αισθανθούμε ότι παρακολουθούμε τσόντα. Έλεος.


Θα χαρακτήριζα την παράσταση "πορνογράφημα", παρόλο που είμαι ανοιχτός σε νέες και προκλητικές ιδέες (πάρε πάράδειγμα το "Στο βυθό" του Μαξίμ Γκόρκι που ανέβασε η μεγάλη Ρούλα Πατεράκη στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου πριν από 2-3 χρόνια, το οποίο παρά τις λεκτικές και σκηνοθετικές ακρότητες, δεν ενόχλησε, παρά μόνο συγκίνησε και ταρακούνησε). Το να βλέπει κανείς μια "υστέρω", άλλους δύο να μιλάνε για γεννητικά όργανα και γενετήσιες ορμές και έναν άλλον να εμφανίζεται με τα προσόντα του φάτσα φόρα στη σκηνή, ε, δεν είναι και ό,τι πιο καλαίσθητο. Απέτυχες λοιπόν, κύριε σκηνοθέτα μου. Κρίμα τα 20 ευρουλάκια που έδωσα. Με λιγότερη υστερία, μηδενικό υβρεολόγιο και περισσότερο συναισθηματισμό, θα είχες άλλα αποτελέσματα. Όσο για τα έπιπλα του σκηνικού, που ήταν όλα ΙΚΕΑ, εντάξει, low budget παράσταση ανεβάζεις, σε συγχωρώ. Το θεατράκι Αλκμήνη, εξαιρετικό.


2.10.10

ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ


Φθινόπωρο. Γλυκιά μελαγχολία. Για όσα δεν ήρθαν, για όσα θα έρθουν και για όσα περιμένουμε να μην έρθουν.

Κάθε που μπαίνει ο Οκτώβρης και οι πρώτες του μέρες είναι γκρίζες και θλιμμένες, μία μουσική μονάχα μού ταιριάζει να ακούω. Γιατί μου δίνει ζεστό συναίσθημα, γήινες εικόνες, πέτρα, χώμα, βουνό, δέντρο, ποτάμι. Πλακόστρωτο δρομάκι, ερημωμένα σπίτια, γλυκό του κουταλιού στο καφενείο, καπνός από ξυλόσομπες, το κρύο μουδιάζει τα μάγουλα, ο αέρας κάνει τις τσίγκινες στέγες να χτυπούν, γυμνά πλατάνια. Κάτω από το μπουφάν σου γρήγορα και πίσω στο σπίτι πριν δυναμώσει η βροχή.

Τα κορμιά και τα μαχαίρια λοιπόν. Τα γήινα. Από πηλό και από ξύλο.

«Μια καινούρια μέρα/ τρέμει στον αγέρα/ στάζοντας φως και νερά» με το κλάμα του κλαρίνου να σε αγγίζει μέχρι μέσα το κόκαλο. «Κάποιος που μας σκέφτεται/ ή μας ονειρεύεται/ κι όταν ξυπνήσει/ θα μας γνωρίσει/ ή θα γυρίσει/ στο άλλο του πλευρό».

«Είν’ ο κόσμος δύσκολη γραφή/ όλο σβήνεται/ κι αν δε διαβαστεί με την αφή/ τίποτα δε γίνεται». Με «σκιές και χρώματα» βαδίζουμε αγκαλιά. Με όσα μας αγάπησαν και τ’ αγαπήσαμε. Τα χρώματα βάφουν τις σκιές και σαν να παίρνουν μια μορφή για λίγο.

«Ένα κορμί δεν είναι μόνο αγκαλιά/ είναι μια πατρίδα που θα γίνει ξενιτιά». Δεν υπάρχει τίποτα πιο γήινο από το ίδιο μας το σώμα. Τίποτα πιο εύθραυστο και πιο φθαρτό.

«Σαν βροχή που πέφτει στα φύλλα/ στα μαλλιά, στο πρόσωπο κύλα/ σαν βροχή σε θέλω απόψε/ να βραχώ ως τη ρίζα της φωνής». Το χώμα είναι υγρό και τα κλαδιά μυρίζουν μυστήριο. Το πρόσωπο στάζει, μα τι είναι αυτό, δάκρυα ή βροχή;

«Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος/ ήσυχος πολύ και ξαρμάτωτος» που σκοτώνοντας το «μαύρο κυπαρίσσι» του κήπου του και της καρδιάς του, έλεγε τον πόνο του στα βουβά πουλιά.

«Μάτια μου αγαπημένα κοίτα με ξανά/ τα πολλά να γίνουν όλα/ κι όλα κοντινά». «Βάδισα πολύ μαζί σου/ κι έγινα χορός» μήπως τα κάνουμε όλα δικά μας, μαζί να χαθούμε την ώρα που δύει η φύση πίσω από το ηλιοβασίλεμα.

«Μη ρωτάς γιατί τα πίνω και μεθώ/ μη ρωτάς γιατί στο σπίτι μου δεν πάω να κοιμηθώ». «Αχ, Παναγίτσα μου», γιατί να μην έχουμε της θάλασσας το πλάτος, του ουρανού το άπλωμα, να ανέβουμε και με του κόσμου τα αδύνατα να γελάμε;

«Μην τους ακούς/ εσένα αφορά/ το όχι που ακούς/ τις νύχτες καθαρά». Άσε, θα μαζέψω εγώ τα ρούχα απ’ την αυλή, έρχεται χειμώνας.

«Εγώ κρασί δεν έπινα γιατί σε αγαπώ/ καλύτερα να πέθανα/ παρά να σου το πω». Μέσα μου βαθιά σε φυλάω και μόνο η γη το ξέρει. Τα μυστικά μου είναι φανερωμένα στο νερό και στο κρασί.

«Πού γυρνάς τρικάταρτο κορμί/ και στον ύπνο μου φυσάει/ μαύρη η νύχτα με λευκά πανιά/ που με πάει». Είναι η καρδιά που ξαγρυπνά και φιλενάδα της η συννεφιασμένη νύχτα. Καράβι το σώμα με θάλασσα το πουθενά.

«Είναι που χαϊδεύω το σακάκι σου τα βράδια/ και φορώ τα χάδια μαύρα κουμπιά». Ρούχο παλιό και ταλαιπωρημένο η αγάπη, ποιον να πρωτοσκεπάσει. Και από πάνω η βροχή απειλεί συνεχώς.

«Σου στέλνω μ’ ένα γράμμα/ του φεγγαριού τη λάμα/ πάρ’ τη και χτύπα με μάνα μου, τρέλα μου/ κι αν κλαίει η ψυχή σου γέλα μου». Αχ, ξενιτιά, πικρή καρδιάς ερωμένη, πώς ξεπηδάς από τον έναν έρωτα στον άλλον. Πίσω στο χώμα μάς γυρίζεις όλους.

Αυτό ήταν, αυτός ήμουν.

14.7.10

ΚΑΤΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ


Μα είναι λογικό. Μετά όλον αυτόν τον ντόρο περί περικοπών μισθών και συντάξεων, να προχωρήσουμε κι "εμείς" σε δραστικά μέτρα. Μιας και εργαζόμαστε και προσφέρουμε τα μέγιστα στην ελληνική κοινωνία, να μη διαμαρτυρυθούμε για τις μειώσεις στα φτωχά εισοδήματά μας; Πώς θα αγοράζουμε το φραπέ μας; Με τι λεφτά θα αντικαταστήσουμε το hands free σε περίπτωση που χαλάσει ενώ μιλάμε με την γκόμενά μας εν ώρα υπηρεσίας; Αυτά για τους άντρες, γιατί οι γυναίκες έχουν να προσέξουν τα καλσόν (σε βρίσκω λίγο άδικο, αναγνώστη, λίγο το 'χεις να σου σκίζεται το καλσόν μετά από κάθε καταδίωξη; Να σου φεύγει ο πόντος με το που βγάζεις το περίστροφο;), την περμανάντ και φυσικά τα νύχια... Πώς να πιάσεις τον κλέφτη αν έχεις βάψει τα νύχια σου με φτηνό μανό που δεν αγόρασες καν από τα Χόντος;

Σήμερα, Τετάρτη 14 Ιουλίου, μαθαίνω πως έχουν πορεία οι ένστολοι που αντιδρούν για το νέο ασφαλιστικό. Στο παρόν αναφέρομαι μόνο σε αστυνομικούς, όπως ήδη κατάλαβες. Τους στρατιωτικούς θα τους... τιμήσω σε επόμενη δημοσίευση.

Ορίστε και δύο φωτογραφίες που τράβηξα εγώ ο ίδιος στην Πλατεία του Κολωνακίου. 9:30 το πρωί, αντί να πιάσουν κάναν κλέφτη ή κανά λαμόγιο, απολαμβάνουν τη φραπεδιά τους πριν πέσουν με τα μούτρα στο σκληρό μεροκάματο. Και ύστερα θέλουν και πορεία να διαμαρτυρυθούν. Ρε δεν... πνιγόμαστε λέω γω.



23.2.10

ΑΠΟΝΟΜΗ 9 ΠΛΑΤΙΝΕΝΙΩΝ ΔΙΣΚΩΝ ΣΤΟ ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗ

Την περασμένη Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η απονομή δύο πολλαπλά πλατινένιων δίσκων στον πολυαγαπημένο Μιχάλη Χατζηγιάννη!

Η απονομή αφορούσε στον τετραπλά πλατινένιο δίσκο «Κολάζ», ο οποίος περιέχει 11 διασκευές παλιών αγαπημένων τραγουδιών και ένα καινούριο, στον πενταπλά πλατινένιο «7» σε μουσική του Μιχάλη Χατζηγιάννη και στίχους της Ελεάνας Βραχάλη και του Νίκου Μωραΐτη, ενώ η έκπληξη της βραδιάς ήταν η απονομή βραβείου για δύο εκατομμύρια πωλήσεις που κατάφερε να πραγματοποιήσει ο καλλιτέχνης από την αρχή της καριέρας του στην Ελλάδα!

Η εκδήλωση έλαβε χώρα σε αίθουσα μεγάλου ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας. Πριν από τον τιμώμενο, είχαν προσέλθει ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός και οι Onirama. Ενώ τα «πηγαδάκια» είχαν «πάρει φωτιά» εν αναμονή του τραγουδιστή, ξαφνικά ο χώρος φωτίστηκε από φλας και τότε καταλάβαμε ότι είχε μόλις προσέλθει, υπό τους ήχους του «Δε θέλω πια να ξαναρθείς». Αφού έγιναν οι απαραίτητοι χαιρετισμοί, ξεκίνησε η διαδικασία της απονομής.

Μιλώντας για το τελευταίο του εγχείρημα, να διασκευάσει δηλαδή παλιά αγαπημένα τραγούδια και να τα συγκεντρώσει σε ένα άλμπουμ, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης δήλωσε: «Η σκέψη για έναν τέτοιο δίσκο υπήρχε μέσα μου καιρό και η πραγματοποίησή του αποτελούσε μια προσωπική μου επιθυμία. Το «Κολάζ» περιέχει τραγούδια που με συγκίνησαν, με ταξίδεψαν και διαμόρφωσαν τη μουσική μου ταυτότητα. Στόχος μου ήταν να αποκτήσουν αυτά νέα δυναμική και γίνουν γνωστά στους νέους ανθρώπους». Κάτι που φυσικά επετεύχθη με τον καλύτερο τρόπο, το δικό μου σχόλιο…

Πρώτος από τους συντελεστές βραβεύτηκε ο σπουδαίος συνθέτης του γνωστού single «Άννα», Τάκης Μπουγάς, ο οποίος ευχήθηκε καλή επιτυχία στο Χατζηγιάννη. Έπειτα, ευχαριστώντας τον καλλιτέχνη για την τιμή, έλαβε το βραβείο του ο Ανδρέας Νεοφυτίδης, συνθέτης του καταπληκτικού «Στη λεωφόρο της αγάπης» που πρωτοερμήνευσε ο Γιάννης Πάριος στον ομώνυμο δίσκο του το 1987. Αμέσως μετά δόθηκε πλακέτα στο μεγάλο Μίμη Πλέσσα (συνθέτης του «Ξημερώνει Κυριακή» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και πρώτη ερμηνεία από το Γιάννη Πουλόπουλο στο δίσκο «Ο δρόμος» του 196 και του «Με την πρώτη στάλα» του ίδιου στιχουργού και ερμηνεία του Φίλιππου Νικολάου στον ομώνυμο δίσκο του 1972). Ο κύριος Πλέσσας προέτρεψε το Χατζηγιάννη: «προχώρα!».

Στη συνέχεια βραβεύτηκε ο Γιάννης Σπανός, δημιουργός του γνωστού «Αν είσαι (πώς θες να το ξέρω)» σε στίχους του Νίκου Καρύδη και ερμηνεία του Κώστα Καράλη στο δίσκο-σημείο αναφοράς «Τρίτη ανθολογία» του 1975. Ο κύριος Σπανός δήλωσε: «Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης είναι ένας σπουδαίος καλλιτέχνης. Δεν είναι είδωλο, απλά τραγουδάει». Έπειτα, η χήρα του αξέχαστου Μάριου Τόκα, παραλαμβάνοντας πλακέτα προς τιμήν του εκλιπόντος για το κομμάτι «Στη λεωφόρο της αγάπης», ανέφερε πως ο μεγάλος συνθέτης αγαπούσε τη φωνή του καλλιτέχνη.

Σειρά είχε ο Γιώργος Χατζηνάσιος, ο πρώτος άνθρωπος που εμπιστεύθηκε το Χατζηγιάννη το 1998 και του έδωσε να ερμηνεύσει τρία τραγούδια στο soundtrack της τηλεοπτικής σειράς «Άγγιγμα ψυχής» σε στίχους του Μιχάλη Μπουρμπούλη. Η βράβευση αφορούσε στο κομμάτι «Δε φταίμε εμείς» σε στίχους του Νίκου Βρεττού και πρώτη ερμηνεία της Μαρινέλλας στο δίσκο «Η Μαρινέλλα του σήμερα» του 1978. Ο συνθέτης δήλωσε: «Πριν από δέκα χρόνια συνεργαστήκαμε στο «Άγγιγμα ψυχής». Έλεγα τότε πως θα είναι ο τραγουδιστής της νέας χιλιετίας και με χαρακτήριζαν υπερβολικό. Να όμως που δικαιώθηκα. Απολαύστε τον»! Έπειτα δόθηκε βραβείο στη Γλυκερία, που συμμετέχει στο «Δε θέλω πια να ξαναρθείς» των Μαίρη Λίντα – Μανώλη Χιώτη και αφού εξέφρασε τη χαρά της για αυτή τη συμμετοχή, είπε πως ο Χατζηγιάννης είναι «ο σπουδαιότερος εκφραστής της γενιάς του».

Ο Γιώργος Ζαχαρίου, ενορχηστρωτής του «Κολάζ» ήταν ο επόμενος στη βράβευση ενώ η διαδικασία ολοκληρώθηκε με το Νίκο Βρεττό να δηλώνει πως ο τραγουδιστής «είναι μεγάλος ερμηνευτής και επιλέγει ποιότητα γιατί μπορεί να ερμηνεύει ποιότητα».

Αφού λοιπόν πραγματοποιήθηκε η βράβευση για το «Κολάζ», ήρθε η σειρά του «7»! Ο Νίκος Μωραΐτης, στιχουργός των πασίγνωστων «Εμείς οι δυο σαν ένα», «Πολυκατοικία» και «Αναπτήρας», ανέφερε πως «ο Μιχάλης είναι εξαιρετικός σε όλα τα επίπεδα». Αναμνηστικό πήραν και οι χαμηλών τόνων ενορχηστρωτές του άλμπουμ, Sumka και Χρήστος Αβδελλάς.

Τέλος, δόθηκε τιμητική πλακέτα για δύο εκατομμύρια πωλήσεις (!) του Μιχάλη Χατζηγιάννη για τους δίσκους που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα. Εμείς υποσχόμαστε πως θα είμαστε πάντα δίπλα του και του ευχόμαστε να τα …εκατοστήσει!


12.1.10

"Γυναίκα Τριαντάφυλλο"

Χθες βράδυ, Δευτέρα 11 Γενάρη, πήγα και άκουσα την Ηρώ Σάια στην Αθηναΐδα, στο Γκάζι, και πέρασα εξαιρετικά.

Τρεις άνθρωποι: Ηρώ Σάια (ερμηνεία), Νεοκλής Νεοφυτίδης (πιάνο), Μαριλίζα Παπαδούρη (βιολοντσέλο) σε ένα μικρό θεατράκι μαγεύουν το κενό. Τραγούδια απαλά, σαν άγγιγμα, σαν βάλσαμο, σε παίρνουν απ' το χέρι, σου κλείνουν τα μάτια και σε ταξιδεύουν.

Η απαλή σαν γυναικείο χάδι φωνή της Ηρούς ήρθε κι έκατσε μέσα μου από την πρώτη νότα. Με κέρδισε. Με έκανε να της ανοίξω την ψυχή μου και τη φιλοξενήσω. Ήταν που το είχα ανάγκη; Ήταν το χάρισμα της καλλιτέχνιδας; 'Ηταν η συγκυρία;

Συγκλονιστικό το άνοιγμα της παράστασης. Η ερμηνεύτρια, φορώντας ένα λευκό φόρεμα, καθισμένη κατάχαμα στη σκηνή ξεκίνησε να τραγουδάει με γυρισμένη πλάτη προς το κενό. Άκουγες μια ουράνια φωνή και δεν ήξερες από πού έβγαινε. Από το στήθος, από το κεφάλι, από τη σκηνή, από τους τοίχους, από την έξοδο; Αργότερα, όταν ανέβηκε σιγά-σιγά την τσιμεντένια σκάλα της σκηνής, απελευθερώθηκε και έδειξε τις δυνατότητες και τις διαθέσεις της. Αγχωμένη εξαιτίας της πρεμιέρας, με κάπως νευρικές κινήσεις, έδινε την εντύπωση πως είχε δουλέψει πολύ για το αποτέλεσμα. Το οποίο ήταν άριστο.

Γυναίκα τριαντάφυλλο. Μια γυναίκα που τραγουδά για την αγάπη που πονά και που χαρίζεται σαν τριαντάφυλλο. Που ερμηνεύει (προσοχή στο ρήμα που χρησιμοποιώ) το "Μείνε κοντά μου απόψε" σαν παράνομη ερωμένη, που έχοντας το πλεονέκτημα της νεότητας αυτοσαρκάζεται με το "Μαμά γερνάω", που παραπονιέται για τα "Πέδιλα" τα οποία για να μην τη στενεύουν όταν πατάει τα βέβηλα, τα άγρια τα αγκάθια των καιρών τα ξεφορτώνεται, μια φωνή που βγάζει από μέσα της το "Σ' αγαπώ" από τον τεράστιο Μεγάλο Ερωτικό (που έχει ποτίσει τις φλέβες και το αίμα μου) σαν να είναι το alter ego της Φλέρυς Νταντωνάκη.

Η Ηρώ Σάια δεν είναι απλώς μια καλή έντεχνη τραγουδίστρια. Είναι μια εξαιρετική παραδοσιακή ερμηνεύτρια. Με όλη τη σημασία της λέξης. Μου θύμισε νησιώτισσα αρραβωνιαστικιά η οποία, περιμένοντας τον καλό της στην παραλία, περπατώντας ξυπόλητη εκεί που σκάει το κύμα φορώντας το λευκό φουστάνι της, τραγουδάει στη θάλασσα παρακαλώντας την να της τον φέρει πίσω. Και, εξαιτίας του τρόπου της και του καημού της, η ιστορία της έχει happy end.

Ένα είναι σίγουρο. Ότι θα πάω να την ξανακούσω. Το έχω ανάγκη.


28.12.09

"Χωρίς μουσική"


"Τι θα ήταν η ζωή σου χωρίς μουσική;..."

Έλα ντε. Τι θα ήταν η ζωή μας χωρίς μουσική; Τι χρώμα, ποια γεύση θα είχε; Θα... υπήρχε;

Ο Κώστας Γάκης και η ομάδα του (Ιωάννα Αγγελίδη, Μαρία-Δάφνη Καμμένου, Αγγελίνα Παρασκευαΐδη και Μαρία Δελλή) παρουσιάζουν ένα αμιγώς πολιτικό θεατρικό έργο, την ιστορία ενός πιανίστα ο οποίος εξορίζεται σε ένα ερημονήσι εξαιτίας της άρνησής του να γράψει τον στρατευμένο εθνικό ύμνο του καθεστώτος που εξουσιάζει τη χώρα του. Απαγορεύεται σε αυτόν και το συγκρότημά του (Τρεις Γάτες κι Ένας Σκύλος) να εκφράζονται μουσικά, εκείνοι όμως δεν αντέχουν τη φίμωση και βρίσκουν τρόπο να παίζουν μουσική και να τραγουδούν.

Λίγα λόγια για το έργο: Ο πολιτικός χαρακτήρας αλλά και οι κοινωνικές προεκτάσεις του έργου, αποδεικνύουν πως, σε μια εποχή στην οποία φαίνεται να μην έχουμε ανάγκη την Πολιτική, πάντα υπάρχει χώρος και χρόνος να μιλήσει κανείς για την Ελευθερία, το αγαθό που νομίζουμε ότι κατέχουμε αλλά τελικά δεν είναι και τόσο δεδομένο. Βυθισμένοι στη νιρβάνα μας, οι νεοέλληνες τα έχουμε όλα, από φραπέδες και γιουροβίζιον μέχρι πιστωτικές κάρτες και δύο αυτοκίνητα ο καθένας, πράγματα που δύσκολα θα μπορούσαν να φανταστούν οι γονείς μας στην ηλικία μας. Ελευθερία έκφρασης, κίνησης, βούλησης έχουμε; Ειμαι σίγουρος πως όχι. Νομίζουμε πως έχουμε. Και αν εμφανιστεί κάποια στιγμή ένας από μηχανής θεός (γιατί εμείς ποτέ δεν είμαστε υπεύθυνοι για τίποτα, όλα οι άλλοι τα κάνουν) και μας στερήσει την εικονική μας ελευθερία, θα αντιδράσουμε. Κανείς όμως δεν μπορεί να σου πάρει αυτό που δεν έχεις.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ καλές, παιχνιδιάρικες, ζωντανές, κινητικές, κρατούν το θεατή και το θέατρο σε εγρήγορση. Οι κοπέλες (Ιωάννα Αγγελίδη, Μαρία-Δάφνη Καμμένου, Αγγελίνα Παρασκευαΐδη) εναλλάσσουν ρόλους μεταξύ τους, γίνονται μουσικοί, φαντάσματα-αναμνήσεις, δικτάτορας-ρουφιάνος, βαρκάρης, επισκέπτρια του νησιού, χορεύτριες του καμπαρέ. Ο Κώστας Γάκης, πρωταγωνιστής στο ρόλο του πιανίστα και σκηνοθέτης, κλέβει την παράσταση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον παίξιμο και πανέξυπνη σκηνοθεσία.

Βρήκα εξαιρετική την απόδοση των κοριτσιών στο ρόλο της άλαλης επισκέπτριας του νησιού... Πόσο συναίσθημα μπορεί να βγάλει το σώμα χωρίς να είναι απαραίτητο να μιλήσει... Ωραίες μελωδικές φωνές, άνετη κίνηση, νάζι, σκέρτσο και... μπρίο, που λείπουν από το σύγχρονο θέατρο.

Η Μαρία Δελλή με το ακκορντεόν της και την απίστευτη γλυκιά μελαγχολία που εξέπεμπε το χαμογελαστό και τραγουδιστό πρόσωπό της, με συγκίνησε.

Συγχαρητήρια στα παιδιά λοιπόν!! Μπράβο τους!

14.12.09

ΜΙΧΑΕΛ ΧΑΝΕΚΕ - Η ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ


Πριν από λίγες μέρες είχα τη «χαρά» (σε εισαγωγικά διότι, παρακολουθώντας μια δραματική ταινία, δεν μπορείς να πεις ότι χαίρεσαι) να δω τη «Λευκή Κορδέλα», την ταινία του Μίχαελ Χάνεκε που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών, αποσπώντας το Βραβείο του Χρυσού Φοίνικα και το Βραβείο των Κριτικών.

Ποτέ δεν έχω πέσει στην παγίδα που υπόσχονται εκάστοτε «κράχτες». Στην περίπτωση της «Λευκής Κορδέλας» λοιπόν μάλλον προκατειλημένος ήμουν πηγαίνοντας στον κινηματογράφο... ευτυχώς όμως στα πρώτα λεπτά προβολής άλλαξα διάθεση.

Η ταινία αφηγείται την καθημερινότητα ενός γερμανικού χωριού λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε ασπρόμαυρο φόντο, ο αριστοτέχνης Χάινεκε ξεδιπλώνει τις ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο χωριό, δίνοντας έμφαση στις μεταξύ τους σχέσεις, στο πώς δηλαδή οι επιλογές του ενός επηρεάζουν και ελέγχουν τη συμπεριφορά του άλλου. Τα αυστηρά, παγωμένα, αγέλαστα πρόσωπα ενηλίκων και παιδιών καταδεικνύουν και αποδεικνύουν την ψυχική τους διάθεση. Συγκλονιστικό να σκέφτεται κανείς πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, από τη στιγμή που γεννιούνται, είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία, αφού κανένας ποτέ δεν τους επιτρέπει να φανταστούν τι χρώμα μπορεί να έχει η ευτυχία. Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με απλό και εύκολο τρόπο: μεγαλώνει μέσα τους ο φόβος. Να εκφραστούν, να μιλήσουν, να γελάσουν, να κλάψουν, να παραπονεθούν, να φωνάξουν, να ουρλιάξουν. Φυλακισμένοι στο μαύρο, χωρίς να γνωρίζουν ή να έχουν την ελπίδα πως θα γνωρίσουν το λευκό ή το γκρίζο.

Πηγή της δυστυχίας είναι το εξαιρετικά περιορισμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν (άρα και ωριμάζουν!) τα πρόσωπα της ιστορίας. Δεν έχουν ούτε την υποψία της επιλογής. Του διαφορετικού. Μικρά παιδιά τα οποία στέκονται σαν αγάλματα μπροστά στους γονείς, στη ζωή τους, στον ίδιο τους τον εαυτό. Ενήλικοι οι οποίοι εγκλωβισμένοι στα δεσμά που οι ίδιοι έφτιαξαν, αδυνατούν να κάνουν την επανάσταση ή τουλάχιστον να βοηθήσουν τις επόμενες γενιές να ζήσουν πιο ευτυχισμένες. Και πάλι φόβος.

Κάπως έτσι γεννιέται η βία. Και ριζώνει βαθιά μέσα στον άνθρωπο. Η πίεση είναι συγκοινωνούν δοχείο με τον εαυτό της. Όσο την καταναγκάζεις, τόσο φουντώνει. Γι’ αυτό λοιπόν και τα παιδιά της ταινίας μη έχοντας τρόπο να ξεσπάσουν την πίεση που δέχονται, βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα. Είτε βασανίζοντας ένα καθυστερημένο παιδί, είτε δέρνοντας το γιο του πλούσιου βαρόνου-γαιοκτήμονα, είτε σκοτώνοντας το καναρίνι του πάστορα... Η βία εκφράζεται με πολλές (ύπουλες) μορφές.

Συμπεραίνοντας, ο Μίχαελ Χάνεκε με το δράμα του προσεγγίζει με ιδιαίτερο τρόπο τον θέμα της βίας, στο ενδοοικογενειακό ή ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Δε θα σχολιάσω αν ο ναζισμός και ο ολοκληρωτισμός της Γερμανίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πηγάζουν από ανάλογες εμπειρίες, εστιάζω όμως στη βία, που όταν εφαρμόζεται, διαλύει την αθωότητα. Και δυστυχώς, αυτή είναι η μόνη που μπορεί να σώσει τον κόσμο.

Λευκή κορδέλα: ο πολύτεκνος πάστορας τη φορούσε στα μαλλιά ή στο μπράτσο των παιδιών του, όταν εκείνα παρουσίαζαν «παραβατική» συμπεριφορά, δηλαδή δεν υπάκουαν τις αυστηρές εντολές του. Σύμβολο λοιπόν της απώλειας του καθωσπρεπισμού και της επικράτησης της υποκρισίας....

23.10.09

ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΔΑΥΡΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΙΤΣΙ

Τα «κακά» πρέπει να λέγονται. Ειδικά αυτά. Και τα καλά πρέπει να λέγονται όμως. Έτσι, δύο χρόνια μετά ένα δημοσίευμα που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και συζητήσεις σε κατώτερα και ανώτερα κλιμάκια, ο διαδικτυακός «Καλοπροαίρετος» επιστρέφει σχολιάζοντας ένα έργο εξαιρετικής αισθητικής και λειτουργικότητας που εγκαινιάσθηκε πρόσφατα στο χωριό του, το Διαβολίτσι.

Αναφέρομαι στο υπαίθριο αμφιθέατρο που χτίστηκε δίπλα στον Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος («Αγια-Σωτήρω» αποκαλούμε την εκκλησία οι ντόπιοι, την κατασκευασμένη το 1861), στο Διαβολίτσι, και συγκεκριμένα εκεί που βρισκόταν κάποτε το «Σχολαρχείο». Τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν το περασμένο καλοκαίρι με παράσταση που ανέβασε το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (ΔΗΠΕΘΕ) Καλαμάτας. Η υπηρεσία μου στον υπέροχο Ελληνικό Στρατό δεν μου επέτρεψε να παρευρεθώ στην εκδήλωση, οπότε όσα γνωρίζω για το γεγονός προέρχονται από εντυπώσεις και σχόλια φίλων και γνωστών. Για να είμαι ειλικρινής, έχοντας ως παράδειγμα το τραγελαφικό ελικοδρόμιο που βρίσκεται στο προαύλιο του Γυμνασίου, αρχικά ήμουν προκατειλημμένος για το «πλαίσιο» αυτού του έργου –δηλαδή ποιος και γιατί το έφτιαξε, αν είναι χρήσιμο, αν είναι όμορφο κ.λπ.–, τελικά όμως διαψεύσθηκα πανηγυρικά. Τα σχόλια που άκουσα για το θέατρο και την παράσταση ήταν κάτι παραπάνω από επαινετικά. Έγινε, λέει, μελέτη για την ακουστικότητα του χώρου, υπάρχουν καμαρίνια και γενικά είναι όλα πολύ ωραία. Δεν έμενε παρά να το ελέγξω ο ίδιος.

Βρέθηκα στο χώρο λίγο καιρό μετά την πρώτη παράσταση που ανέβηκε στο χώρο, συγκεκριμένα την ημέρα των εθνικών εκλογών (4 Οκτωβρίου). Εντυπωσιάστηκα! Το θεατράκι είναι πραγματικά πολύ «γλυκό» και όμορφο! Μπορεί να είναι μικρό σε χωρητικότητα, είναι σίγουρα όμως γραφικό. Στη φωτογραφία που βλέπεις παραπάνω, αναγνώστη μου, μπορείς να διακρίνεις την ορχήστρα (οριοθετείται από μια λευκή κυκλική γραμμή) με το κέντρο της (αν ήταν αρχαίο το θέατρο τότε το σημείο αυτό θα αντιστοιχούσε στο βωμό του Διονύσου), πάνω στο οποίο αν σταθεί κανείς και μιλήσει, ο ήχος θα επιστρέψει στα αυτιά του καθαρός και ενισχυμένος. Στις δύο πλαϊνές πλευρές στο εσωτερικό των διαζωμάτων υπάρχουν σκάλες, ενώ εξωτερικά, και σε απόσταση από τη σκηνή, υπάρχουν οι πόρτες για τα καμαρίνια και τις τουαλέτες. Στο πάνω μέρος των διαζωμάτων είναι εγκατεστημένοι μεταλλικοί στύλοι, υποθέτω για την τοποθέτηση προβολέων και ηχείων. Ο χώρος της σκηνής αλλά και αυτός πίσω της, είναι πλακόστρωτοι.

Από τη μικρή αυτή περιγραφή μπορεί κανείς να καταλάβει ότι πρόκειται για ένα προσεγμένο έργο που ευτυχώς δεν έγινε ούτε με προχειρότητα, ούτε με βιασύνη (όπως ας πούμε συνέβη με την τραγικά ασύμμετρη βρύση στο προαύλιο του «κατηχητικού» κοντά στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα). Δε με νοιάζει το «ποιος», το «γιατί» και το «πώς». Μόνο οφείλω να δώσω τα συγχαρητήριά μου σε αυτόν που πήρε την πρωτοβουλία και φυσικά στην ομάδα που μελέτησε, σχεδίασε και υλοποίησε την όμορφη κατασκευή και ελπίζω ειλικρινά οι κάτοικοι της περιοχής να αδράξουν την ευκαιρία και να αναδείξουν τον πολιτισμό, απαιτώντας οι ίδιοι να γίνεται συχνή χρήση του θεάτρου με ωραίες και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, ανεξάρτητα από το φορέα που τις διοργανώνει.

Αποκαλώντας το θέατρο «Μικρή Επίδαυρο» για λόγους που εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, ομολογώ πως ανυπομονώ να βρεθώ στα διαζώματά του και να απολαύσω μια παράσταση κάτω από τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό ενός τόπου που τόσο μου έχει λείψει και που τον νοσταλγώ…


4.9.09

"Πώς να είσαι καλός" - Νικ Χόρνμπυ



Πώς να είσαι καλός
Νικ Χόρνμπυ
Σελίδες 369, γ’ έκδοση
Εκδόσεις Πατάκη
Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου

Περνούσα τον καιρό μου, που λες, σ' ένα στρατιωτικό φυλάκιο κοντά στην Κοιλάδα των Τεμπών (κανονικά θα έπρεπε να γράψω: υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία) διαβάζοντας λογοτεχνικά βιβλία και παρακολουθώντας ταινίες στο laptop, κάπου στα τέλη του περασμένου Αυγούστου. Δε λέω, καλή η NOVA, αλλά όταν έχεις να κάνεις με αρχιφύλακα φανατικό των σπορ, δεν έχεις πολλές επιλογές.

Το Πώς να είσαι καλός του Νικ Χόρνμπυ μού το έδωσε η φίλη μου η Ευτυχία, δεινή βιβλιοφάγος, διαβεβαιώνοντάς με πως πρόκειται για ένα ευχάριστο και ελαφρύ ανάγνωσμα. Ξεκίνησα λοιπόν να το διαβάζω, με ευχάριστη διάθεση, αλλά από την πρώτη σελίδα κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτά που διάβαζα, να «πιάσω» τον τρόπο και τον τόπο του συγγραφέα. Εντούτοις συνέχισα, ελπίζοντας ότι στην πορεία θα κατάφερνα να «συντονιστώ» με την ιστορία. Ε, στη σελίδα 71 τα παράτησα! Δεν άντεξα να διαβάζω κάτι το οποίο δεν καταλαβαίνω. Και δε μου αρέσει, στο κάτω-κάτω.

Εκτός από το ιδιαίτερο, σύγχρονο ομολογουμένως, ύφος του συγγραφέα το οποίο δε με άγγιξε, με «χάλασε» αρκετά η μετάφραση από την πλευρά της κυρίας Χίλντας Παπαδημητρίου. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να παραθέτει τη φράση «τα τελευταία λίγα χρόνια» (σελ. 29) που δε στέκει συντακτικά; Υποθέτω πως επιχείρησε να μεταφράσει το “the last few years”, ανεπιτυχώς βέβαια… Επίσης, από πότε γράφεται η συγγνώμη με ένα γάμα;

Για τους παραπάνω λόγους, αγαπητέ μου αναγνώστη, αν ποτέ βρεθεί στα χέρια σου το βιβλίο αυτό, μην προσπαθήσεις ούτε κατά διάνοια να ασχοληθείς μαζί του. Θα χάσεις το χρόνο σου.