Απολαύστε:
http://dinatesfones.blogspot.com
Τα καλοκαίρια συχνά με φιλοξενούσαν ο παππούς και η γιαγιά. Το σπίτι τους ήταν σε κοντινό χωριό με το δικό μου, οπότε ήταν προσωρινός ο πόνος του αποχωρισμού των γονέων. Εξάλλου μαζί τους είχα καθημερινή επικοινωνία, μέσα από το κλασικό γκρι τηλέφωνο της γιαγιάς με τα τετράγωνα μαύρα κουμπιά, όμως επειδή το χωριό είχε λίγους κατοίκους δεν υπήρχε καλή υποδομή στην τηλεφωνία, οπότε άκουγα τη μητέρα μου "σαν από μακριά" και με καθυστέρηση, και αυτό μου έδινε μιαν αίσθηση απόστασης.Θυμάμαι που τα μεσημέρια ο παππούς κοιμόταν στο υπόγειο γιατί ήταν δροσερά. Εκεί φυλούσε το κρασί και το λάδι και εγώ πολλές φορές έπαιζα δίπλα στο κρεβάτι του με διάφορα παλιά αντικείμενα, αθόρυβα πάντα, φτιάχνοντας στο μυαλό μου εικόνες ότι ζω σε περασμένη εποχή, τότε που οι άνθρωποι είχαν άμεση σχέση με τη γη και τη φύση. Τσάπες, δρεπάνια, πριόνια, τσεκούρια, λιόπανα, πάνινα σακιά, τέμπλες, κατασκεύαζα έναν κόσμο δικό μου, πλίνθινο, όπως εκείνος που μου αφηγούνταν ότι βίωσαν οι ίδιοι. Και με έπαιρνε ο ύπνος κουλουριασμένο δίπλα ακριβώς στον παππού, ακίνητος για να μην τον ξυπνήσω.
Το απόγευμα ο παππούς πήγαινε στο κτήμα κι εγώ, μαζί με τα ξεσηκωμένα γειτονόπουλα, στην "αγορά", τη γειτονιά όπου κάποτε χτυπούσε η καρδιά του χωριού με το μπακάλικο, το φούρνο και το καφενείο. Πλέον έμεναν κάτι τεράστια αιωνόβια πλατάνια και κάτι πέτρινα τραπέζια για να θυμίζουν τις δόξες του παρελθόντος. Με τους φίλους παίζαμε κρυφτό στα γύρω χαλάσματα, κι εγώ έπλαθα στο μυαλό μου μιαν άλλη εποχή. Κρυβόμουν και μέσα από τα γκρεμισμένα παράθυρα φανταζόμουν την οικογένεια του σπιτιού να γυρίζει κατάκοπη απ' τις δουλειές στο χωράφι, με τον καθένα να σέρνει κι από ένα ζώο. Φανταζόμουν τη μάνα να ετοιμάζει φαγητό στο τσουκάλι, τον πατέρα να ξεκουράζεται αμίλητος, καθισμένος σε ένα σκωροφαγωμένο σκαμνί δίπλα στον μοναδικό του σπιτιού ντορβά και τα παιδιά να τακτοποιούν τα ζώα στην αυλή. Λίγο αργότερα τους έπαιρνε ο ύπνος, στρωματσάδα, ευτυχισμένους που άλλη μία δύσκολη μέρα έφτανε στο τέλος της. Αύριο πάλι.
Στην είσοδο της εκκλησίας του χωριού, Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης μεγάλη η Χάρη τους, και εκατέρωθέν της, ήταν εγκατεστημένες δύο αρχαίες ενεπίγραφες μαρμάρινες πλάκες. Οι επιστήμονες έλεγαν πως περιέγραφαν την τελετουργία κάποιων αρχαίων μυστηρίων που λάμβαναν χώρα πριν από εκατοντάδες χρόνια στην περιοχή και τις βρήκαν κάποιοι χωριανοί τυχαία, και πως επειδή δεν ήξεραν γράμματα τις τοποθέτησαν κατά πώς έκριναν, οπότε για να τις διαβάσει κανείς έπρεπε να γείρει το κεφάλι του ενενήντα μοίρες δεξιά. Αφού τα παιδιά τελειώναμε το κρυφτό στην "αγορά", κινούσαμε για την εκκλησία της οποίας ο περίβολος αποτελούσε για μας έδαφος για ατέλειωτο παιχνίδι. Ενώ οι άλλοι έτρεχαν και έπαιζαν, θυμάμαι τον εαυτό μου να κάθεται μπροστά από τις πλάκες, με το κεφάλι στο πλάι και να προσπαθεί να διαβάσει. Να καταλάβει. Μέχρι τότε δεν είχα επαφή με τα αρχαία ελληνικά. Κι όμως ξεχώριζα κάποιες λέξεις, Μνασίστρατος, Ραβδοφόρος, Μεγάλοις Θεοίς, Απόλλωνι Καρνείω, κάπρον, δραχμαί, Δήμητρα, Αγνή. Αρκετές φορές έκανα την απόπειρα να καταγράψω ολόκληρο το κείμενο σε ένα παλιό τετράδιο της γιαγιάς, αυτό που έγραφε τη λίστα με τα ψώνια της εβδομάδας, μα ποτέ δεν τα κατάφερνα γιατί μούδιαζε ο λαιμός μου... Έλεγα όμως πως όταν μεγαλώσω θα γίνω αρχαιολόγος για να διαβάσω τι λένε οι επιγραφές και να έρθω στην περιοχή να κάνω ανασκαφές σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς.
Τελικά αρχαιολόγος δεν έγινα και πολύ αργότερα ανακάλυψα τον Παυσανία, ο οποίος στα "Μεσσηνιακά" αναφέρει πως τα μυστήρια της Ανδανίας ήταν ξακουστά στην Ελλάδα και δεύτερα σε λαμπρότητα και σπουδαιότητα μετά τα Ελευσίνια. Τώρα, κάθε φορά που επισκέπτομαι το χωριό (ο συνονόματος παππούς και η γιαγιά δε ζουν πια), χωρίς να περάσω από το σφραγισμένο σπίτι γιατί με πονάει, μετά το νεκροταφείο και την απαραίτητη τελετουργία με κεριά και λιβάνια, πηγαίνω στην εκκλησία και χαζεύω της πλάκες. Με τις ώρες. Γεμίζει η ψυχή μου θαυμασμό, πλημμυρίζει ελπίδες ότι κάποτε θα ανακαλύψω κάποια άλλα μυστήρια, πρώτος, και πως θα ανασκάψω τις αιτίες τους, εκείνων αλλά και κάθε μυστηρίου που ταλανίζει τον κόσμο. Ακόμα ζει μέσα μου η κουρασμένη οικογένεια, εκείνη η ξεθεωμένη μάνα που μεριμνούσε για το φαγητό, αυτός ο ήρωας πατέρας που πάλευε διαρκώς με τη γη και τα παιδιά, μες στα κουρέλια τους να ονειρεύονται παπούτσια. Γιατί αγωνίζονταν να ζήσουν, αφού είχαν γνώση της μοίρας και του μέλλοντός τους; Φτωχοί, δεν είχαν ούτε κρασί ούτε λάδι για φαγητό ή για μυσταγωγίες. Προσεύχονταν στον ίδιο Θεό, μικρό η μεγάλο, έναν ή πολλαπλό, αρχαίο ή σύγχρονο δεν έχει σημασία. Και πάντα η ίδια προσευχή: σώσε μας.
Σήμερα από τα πλατάνια κρέμονται γερασμένα φίδια, στα πέτρινα τραπέζια έχουν σχηματιστεί ρωγμές, ο φούρνος δε βγάζει πια ψωμί. Το νεκροταφείο γέμισε τόσο που χτίστηκε οστεοφυλάκιο, τα μονοπάτια πνίγηκαν στη βλάστηση και από τα χείλη των σπιτιών δε βγαίνει ψίθυρος. Μεγάλος πια (με κουστούμι και χαρτοφύλακα κυκλοφορώ), περπατώ βράδυ καλοκαιριού ακούγοντας τα τριζόνια να αφηγούνται τρομερές ιστορίες και όπως βλέπω να με προσπερνούν μυστηριώδεις στο δρόμο για την εκκλησία σκιές , λέω "Ελάτε παιδιά, σας έφερα παπούτσια. Ελάτε να παίξουμε.".





«Μια καινούρια μέρα/ τρέμει στον αγέρα/ στάζοντας φως και νερά» με το κλάμα του κλαρίνου να σε αγγίζει μέχρι μέσα το κόκαλο. «Κάποιος που μας σκέφτεται/ ή μας ονειρεύεται/ κι όταν ξυπνήσει/ θα μας γνωρίσει/ ή θα γυρίσει/ στο άλλο του πλευρό».
«Είν’ ο κόσμος δύσκολη γραφή/ όλο σβήνεται/ κι αν δε διαβαστεί με την αφή/ τίποτα δε γίνεται». Με «σκιές και χρώματα» βαδίζουμε αγκαλιά. Με όσα μας αγάπησαν και τ’ αγαπήσαμε. Τα χρώματα βάφουν τις σκιές και σαν να παίρνουν μια μορφή για λίγο.
«Ένα κορμί δεν είναι μόνο αγκαλιά/ είναι μια πατρίδα που θα γίνει ξενιτιά». Δεν υπάρχει τίποτα πιο γήινο από το ίδιο μας το σώμα. Τίποτα πιο εύθραυστο και πιο φθαρτό.
«Σαν βροχή που πέφτει στα φύλλα/ στα μαλλιά, στο πρόσωπο κύλα/ σαν βροχή σε θέλω απόψε/ να βραχώ ως τη ρίζα της φωνής». Το χώμα είναι υγρό και τα κλαδιά μυρίζουν μυστήριο. Το πρόσωπο στάζει, μα τι είναι αυτό, δάκρυα ή βροχή;
«Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος/ ήσυχος πολύ και ξαρμάτωτος» που σκοτώνοντας το «μαύρο κυπαρίσσι» του κήπου του και της καρδιάς του, έλεγε τον πόνο του στα βουβά πουλιά.
«Μάτια μου αγαπημένα κοίτα με ξανά/ τα πολλά να γίνουν όλα/ κι όλα κοντινά». «Βάδισα πολύ μαζί σου/ κι έγινα χορός» μήπως τα κάνουμε όλα δικά μας, μαζί να χαθούμε την ώρα που δύει η φύση πίσω από το ηλιοβασίλεμα.
«Μη ρωτάς γιατί τα πίνω και μεθώ/ μη ρωτάς γιατί στο σπίτι μου δεν πάω να κοιμηθώ». «Αχ, Παναγίτσα μου», γιατί να μην έχουμε της θάλασσας το πλάτος, του ουρανού το άπλωμα, να ανέβουμε και με του κόσμου τα αδύνατα να γελάμε;
«Μην τους ακούς/ εσένα αφορά/ το όχι που ακούς/ τις νύχτες καθαρά». Άσε, θα μαζέψω εγώ τα ρούχα απ’ την αυλή, έρχεται χειμώνας.
«Εγώ κρασί δεν έπινα γιατί σε αγαπώ/ καλύτερα να πέθανα/ παρά να σου το πω». Μέσα μου βαθιά σε φυλάω και μόνο η γη το ξέρει. Τα μυστικά μου είναι φανερωμένα στο νερό και στο κρασί.
«Πού γυρνάς τρικάταρτο κορμί/ και στον ύπνο μου φυσάει/ μαύρη η νύχτα με λευκά πανιά/ που με πάει». Είναι η καρδιά που ξαγρυπνά και φιλενάδα της η συννεφιασμένη νύχτα. Καράβι το σώμα με θάλασσα το πουθενά.
«Είναι που χαϊδεύω το σακάκι σου τα βράδια/ και φορώ τα χάδια μαύρα κουμπιά». Ρούχο παλιό και ταλαιπωρημένο η αγάπη, ποιον να πρωτοσκεπάσει. Και από πάνω η βροχή απειλεί συνεχώς.
«Σου στέλνω μ’ ένα γράμμα/ του φεγγαριού τη λάμα/ πάρ’ τη και χτύπα με μάνα μου, τρέλα μου/ κι αν κλαίει η ψυχή σου γέλα μου». Αχ, ξενιτιά, πικρή καρδιάς ερωμένη, πώς ξεπηδάς από τον έναν έρωτα στον άλλον. Πίσω στο χώμα μάς γυρίζεις όλους.
Αυτό ήταν, αυτός ήμουν.

Μιλώντας για το τελευταίο του εγχείρημα, να διασκευάσει δηλαδή παλιά αγαπημένα τραγούδια και να τα συγκεντρώσει σε ένα άλμπουμ, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης δήλωσε: «Η σκέψη για έναν τέτοιο δίσκο υπήρχε μέσα μου καιρό και η πραγματοποίησή του αποτελούσε μια προσωπική μου επιθυμία. Το «Κολάζ» περιέχει τραγούδια που με συγκίνησαν, με ταξίδεψαν και διαμόρφωσαν τη μουσική μου ταυτότητα. Στόχος μου ήταν να αποκτήσουν αυτά νέα δυναμική και γίνουν γνωστά στους νέους ανθρώπους». Κάτι που φυσικά επετεύχθη με τον καλύτερο τρόπο, το δικό μου σχόλιο…
Αφού λοιπόν πραγματοποιήθηκε η βράβευση για το «Κολάζ», ήρθε η σειρά του «7»! Ο Νίκος Μωραΐτης, στιχουργός των πασίγνωστων «Εμείς οι δυο σαν ένα», «Πολυκατοικία» και «Αναπτήρας», ανέφερε πως «ο Μιχάλης είναι εξαιρετικός σε όλα τα επίπεδα». Αναμνηστικό πήραν και οι χαμηλών τόνων ενορχηστρωτές του άλμπουμ, Sumka και Χρήστος Αβδελλάς.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ καλές, παιχνιδιάρικες, ζωντανές, κινητικές, κρατούν το θεατή και το θέατρο σε εγρήγορση. Οι κοπέλες (Ιωάννα Αγγελίδη, Μαρία-Δάφνη Καμμένου, Αγγελίνα Παρασκευαΐδη) εναλλάσσουν ρόλους μεταξύ τους, γίνονται μουσικοί, φαντάσματα-αναμνήσεις, δικτάτορας-ρουφιάνος, βαρκάρης, επισκέπτρια του νησιού, χορεύτριες του καμπαρέ. Ο Κώστας Γάκης, πρωταγωνιστής στο ρόλο του πιανίστα και σκηνοθέτης, κλέβει την παράσταση. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον παίξιμο και πανέξυπνη σκηνοθεσία.Πριν από λίγες μέρες είχα τη «χαρά» (σε εισαγωγικά διότι, παρακολουθώντας μια δραματική ταινία, δεν μπορείς να πεις ότι χαίρεσαι) να δω τη «Λευκή Κορδέλα», την ταινία του Μίχαελ Χάνεκε που θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών, αποσπώντας το Βραβείο του Χρυσού Φοίνικα και το Βραβείο των Κριτικών.
Ποτέ δεν έχω πέσει στην παγίδα που υπόσχονται εκάστοτε «κράχτες». Στην περίπτωση της «Λευκής Κορδέλας» λοιπόν μάλλον προκατειλημένος ήμουν πηγαίνοντας στον κινηματογράφο... ευτυχώς όμως στα πρώτα λεπτά προβολής άλλαξα διάθεση.
Η ταινία αφηγείται την καθημερινότητα ενός γερμανικού χωριού λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε ασπρόμαυρο φόντο, ο αριστοτέχνης Χάινεκε ξεδιπλώνει τις ιστορίες ανθρώπων που ζουν στο χωριό, δίνοντας έμφαση στις μεταξύ τους σχέσεις, στο πώς δηλαδή οι επιλογές του ενός επηρεάζουν και ελέγχουν τη συμπεριφορά του άλλου. Τα αυστηρά, παγωμένα, αγέλαστα πρόσωπα ενηλίκων και παιδιών καταδεικνύουν και αποδεικνύουν την ψυχική τους διάθεση. Συγκλονιστικό να σκέφτεται κανείς πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, από τη στιγμή που γεννιούνται, είναι καταδικασμένοι στη δυστυχία, αφού κανένας ποτέ δεν τους επιτρέπει να φανταστούν τι χρώμα μπορεί να έχει η ευτυχία. Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; Με απλό και εύκολο τρόπο: μεγαλώνει μέσα τους ο φόβος. Να εκφραστούν, να μιλήσουν, να γελάσουν, να κλάψουν, να παραπονεθούν, να φωνάξουν, να ουρλιάξουν. Φυλακισμένοι στο μαύρο, χωρίς να γνωρίζουν ή να έχουν την ελπίδα πως θα γνωρίσουν το λευκό ή το γκρίζο.
Πηγή της δυστυχίας είναι το εξαιρετικά περιορισμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουν (άρα και ωριμάζουν!) τα πρόσωπα της ιστορίας. Δεν έχουν ούτε την υποψία της επιλογής. Του διαφορετικού. Μικρά παιδιά τα οποία στέκονται σαν αγάλματα μπροστά στους γονείς, στη ζωή τους, στον ίδιο τους τον εαυτό. Ενήλικοι οι οποίοι εγκλωβισμένοι στα δεσμά που οι ίδιοι έφτιαξαν, αδυνατούν να κάνουν την επανάσταση ή τουλάχιστον να βοηθήσουν τις επόμενες γενιές να ζήσουν πιο ευτυχισμένες. Και πάλι φόβος.
Κάπως έτσι γεννιέται η βία. Και ριζώνει βαθιά μέσα στον άνθρωπο. Η πίεση είναι συγκοινωνούν δοχείο με τον εαυτό της. Όσο την καταναγκάζεις, τόσο φουντώνει. Γι’ αυτό λοιπόν και τα παιδιά της ταινίας μη έχοντας τρόπο να ξεσπάσουν την πίεση που δέχονται, βρίσκουν εξιλαστήρια θύματα. Είτε βασανίζοντας ένα καθυστερημένο παιδί, είτε δέρνοντας το γιο του πλούσιου βαρόνου-γαιοκτήμονα, είτε σκοτώνοντας το καναρίνι του πάστορα... Η βία εκφράζεται με πολλές (ύπουλες) μορφές.
Συμπεραίνοντας, ο Μίχαελ Χάνεκε με το δράμα του προσεγγίζει με ιδιαίτερο τρόπο τον θέμα της βίας, στο ενδοοικογενειακό ή ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Δε θα σχολιάσω αν ο ναζισμός και ο ολοκληρωτισμός της Γερμανίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πηγάζουν από ανάλογες εμπειρίες, εστιάζω όμως στη βία, που όταν εφαρμόζεται, διαλύει την αθωότητα. Και δυστυχώς, αυτή είναι η μόνη που μπορεί να σώσει τον κόσμο.
Λευκή κορδέλα: ο πολύτεκνος πάστορας τη φορούσε στα μαλλιά ή στο μπράτσο των παιδιών του, όταν εκείνα παρουσίαζαν «παραβατική» συμπεριφορά, δηλαδή δεν υπάκουαν τις αυστηρές εντολές του. Σύμβολο λοιπόν της απώλειας του καθωσπρεπισμού και της επικράτησης της υποκρισίας....